.

 



 

 ΑΡΧΑΙΟ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΘΕΑΤΡΟ

 Ο ΑΓΩΝΑΣ ΛΟΓΩΝ ΣΤΗ ΜΗΔΕΙΑ

 (στ. 446 – 626)  

 

                                                                                  

 
Εισαγωγή

            Οι τελευταίες δεκαετίες του 5ου π.χ. αιώνα σηματοδοτούνται από τη επίδραση της σοφιστικής και της παρεπόμενης άνθησης της ρητορικής τέχνης. Είναι η εποχή  κατά την οποία, για τους δημιουργούς, παίζει σημαντικότερο ρόλο ο ορθός λόγος και η φρόνηση παρά η καθαυτό αλήθεια. Οι σοφιστές, οπαδοί του ορθολογισμού, έθιξαν προβλήματα ηθικής και πολιτικής φύσης, άσκησαν αυστηρή κριτική στο παραδοσιακό σύστημα αξιών, θεμελίωσαν τις αρχές της διάκρισης ανάμεσα στις δυνάμεις της φύσης και τον ανθρώπινο  εθιμικό νόμο. Σ’ αυτούς χρωστάμε την διαμόρφωση και την τελειοποίηση του ρητορικού λόγου, που επηρέασε, όχι μόνο τις πολιτικές καταστάσεις αλλά και πολλούς σύγχρονούς τους δημιουργούς.

            Στο έργο του Ευριπίδη διακρίνουμε έντονη της επιρροή της σοφιστικής, ιδιαίτερα στους αγώνες λόγων μεταξύ των πρωταγωνιστών.  Οι αντιπαραθέσεις αυτές, ανάμεσα στους ήρωες των έργων, έχουν σαν σκοπό, αφενός μεν να προκαλέσουν την έκλυση συναισθημάτων των θεατών, οργή, φόβο, λύπη ή χαρά, αφετέρου δε, μέσω της διαλεκτικής, να προσπαθήσουν να πείσουν για ένα ατομικό, καθαρά υποκειμενικό δίκαιο. Ο στόχος δεν είναι η αντικειμενική αλήθεια. Η τέχνη του λόγου στηρίζεται στην  υποκειμενικότητα και  προσαρμόζεται στην προσωπικότητα του ομιλητή, με τέτοιο τρόπο, ώστε να κερδίσει την εύνοια του κοινού. Πάνω από όλα όμως, μέσα από τη λυρική αυτή οπτική της ρητορικής, προβάλλονται και αναδεικνύονται ανθρώπινοι χαρακτήρες  σε οριακές ψυχολογικές καταστάσεις,  μέσα σ’ ένα πλαίσιο καθημερινό και οικείο.

            Η Μήδεια διδάχτηκε το 431π.χ., στο επίκεντρο του ρεύματος της σοφιστικής και στη δίνη έντονων πολιτικών γεγονότων και καταστάσεων, τα οποία, εμμέσως πλην σαφώς, θίγει ο Ευριπίδης στο έργο του. Στην πρώτη συνάντηση των δύο συζύγων ανιχνεύουμε όλες εκείνες τις αρχές της ρητορικής τέχνης, που τόσο επιδέξια ο δημιουργός χρησιμοποιεί για να κατευθύνει τις συνειδήσεις των συμπολιτών του και να αναδείξει τις προσωπικότητες των πρωταγωνιστών του.

 

Η ρητορική συγκρότηση

            Ο διάλογος έχει τη δομή και το σχήμα των δικανικών λόγων, όπως διαμορφώθηκε από τον Λυσία.[1] Στο προοίμιο  ο Ιάσονας κάνει μια σύντομη και περιεκτική ενημέρωση για την υπόθεση. Μας πληροφορεί επίσης ότι κύρια αιτία, εξαιτίας της οποίας η Μήδεια εκδιώκεται από την πόλη, είναι ο παρορμητικός της χαρακτήρας. Παράλληλα, προσπαθεί να προκαταβάλει υπέρ του τους θεατές, αφού χάρις στις δικές του προσπάθειες έχει μετριασθεί η τιμωρία που περιμένει την ηρωίδα και αφού, παρά το τι έχει συμβεί μεταξύ τους, δηλώνει την αγάπη του και την έγνοια του προς αυτήν.

            Ο λόγος συνεχίζεται με τη διήγηση, την ακριβή έκθεση δηλαδή των γεγονότων, όπως την αντιλαμβάνεται η κάθε πλευρά. Η Μήδεια είναι καταλυτική και τραχιά στις εκφράσεις της. Τόσο οι έντονες λέξεις («Κακούργε…», «…προδότη των ανδρών…») όσο και οι υπερβολικά χρωματισμένες εικόνες («…τον τρομερό  τον δράκοντα που ετύλιγε…») και η αφθονία των μεταφορών («…τα χώματα εκείνα του θανάτου…», «…άναψα το φως του γυρισμού…») αποτελούν παραδοσιακά εργαλεία της ρητορικής τέχνης και στοχεύουν στον εντυπωσιασμό του θεατή[2]. Είναι ο λόγος μιας προδομένης, εγκαταλελειμμένης και οργισμένης γι’ αυτό γυναίκας.  Μέσα από αυτόν τον χείμαρρο των λέξεων παρουσιάζεται μπροστά μας η ιστορία των δύο συζύγων. Το παρελθόν είναι γνωστό, αυτό όμως που έχει σημασία είναι να τονιστούν εκείνα τα σημεία του, μέσα από τα οποία προβάλλονται όλα τα ανόσια και φοβερά πράγματα που έκανε η Μήδεια για χάρη του Ιάσονα και η  επακόλουθη  άνανδρη προδοσία του για χάρη μιας νεότερης και πλουσιότερης γυναίκας. Σε οποιαδήποτε άλλη περίσταση, η έκθεση των  αποτρόπαιων δολοφονιών θα προκαλούσε φρίκη στο κοινό, στο συγκεκριμένο όμως απόσπασμα η έμφαση δίνεται στην αιτία. Η Μήδεια δεν μπορεί να κατηγορηθεί για τις πράξεις της αυτές, οι οποίες οφείλονται στη  ανεξέλεγκτη δύναμη του έρωτά της για τον σύζυγό της. Η μοίρα της παρουσιάζεται σκοτεινή και αδιέξοδη. Ο Ευριπίδης καταφέρνει, με το ρητορικό αυτό τέχνασμα, να προκαλέσει τα αισθήματα της λύπης και της συμπάθειας για τη φόνισσα και της οργής κατά του αχάριστου που την αδικεί.

            Από την άλλη, ο Ιάσονας παρουσιάζει την δική του εκδοχή για τα γεγονότα. Ο τόνος εδώ είναι μειλίχιος. Κάθε λέξη είναι διαλεγμένη με προσοχή. Οι παρομοιώσεις είναι χαρακτηριστικές της ρητορικής τεχνικής («...την αυτοθυσία σου για μένα την όρθωσες πύργο θεόρατο…»).  Δεν αρνείται τις θυσίες, που εκείνη επικαλείται ότι έκανε για εκείνον, προσπαθεί όμως να τις αποδώσει στην ιδιοτέλεια της και στην επιρροή των θεών. Παράλληλα, τονίζει τη δική του προσφορά προς αυτήν. Η  βάρβαρη γυναίκα, χάρις σ’ αυτόν ζει σε μια ελεύθερη και ευνομούμενη κοινωνία, όπου τη δοξάζουν και την τιμούν και όχι σε μια κοινωνία όπου επικρατεί το δίκαιο του ισχυρότερου. Μια κοινωνία, όπου η καλή φήμη είναι πολυτιμότερη από τα υλικά αγαθά. Μήπως όμως και μέσα σ’ αυτήν την πολιτισμένη κοινωνία, η Μήδεια δεν υποτάσσεται τώρα στο δίκαιο του ισχυρότερου[3]; Μήπως αυτό που της προσφέρεται σε αντάλλαγμα για την εγκατάλειψή της δεν είναι χρήματα και ασφάλεια; Τραγική ειρωνεία ή ρητορικό τέχνασμα, που αποδυναμώνει τους ισχυρισμούς του Ιάσονα; Ακόμη και η λογική και η φρόνηση, οι οποίες υποτίθεται αποτελούν χάρισμα για τον πολιτισμένο άνθρωπο και μέγιστη αρετή για τους Αθηναίους της εποχής και βάσει των οποίων ενεργεί ο πρωταγωνιστής, στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορούν παρά να φανούν σαν ψυχρός υπολογισμός[4]. Ο  ποιητής δεν φαίνεται να κάνει καμία προσπάθεια να σώσει τον μυθολογικό ήρωα. Η προδοσία του, παρότι επικαλύπτεται με το πολυτελή μανδύα της σοφίας και του ορθού λόγου, δεν παύει να αποτελεί μια ανόσια πράξη. Ο Ιάσων έχει καταπατήσει τους όρκους του.  Οι λέξεις και ο τρόπος που αυτές χρησιμοποιούνται αποκαλύπτουν τη γνώση του ποιητή-ρήτορα για το ποιες ψυχικές χορδές αγγίζει ο εκάστοτε λόγος.

 

Πίστη ή απόδειξη – τα επιχειρήματα

            Η πιο ισχυρή θέση του Ιάσονα εκφράζεται στους δύο τελευταίους στίχους της διήγησής του («…με άλλον τρόπο έπρεπε οι θνητοί παιδιά να αποχτούσαν, οι γυναίκες είναι άχρηστες – γεννούν εκτός από τα παιδιά κι όλες τις ατυχίες»). Η άποψη αυτή συνοψίζει την αντίληψη της εποχής για τη θέση της γυναίκας. Η σύγκρουση των δύο συζύγων αποκαλύπτει την αιώνια πάλη ανάμεσα στο αρσενικό και το θηλυκό[5], τη φύση  και το πνεύμα. 

            Η στιχομυθία που ακολουθεί, με την ανάπτυξη και την εναλλαγή ρητορικών  επιχειρημάτων, φανερώνει την προσπάθεια για συγκερασμό του μύθου με δικαστικό αγώνα και προκαλεί συναισθηματική φόρτιση και ένταση. Ο Ιάσονας υπερασπίζεται το ήθος του, τις πράξεις και τον προγραμματισμό του. Όπως κάθε άνδρας της εποχής, ήταν ο μόνος ικανός και αρμόδιος να προγραμματίσει το μέλλον του καθώς και εκείνο της οικογένειας και της χώρας του. Οι  γυναίκες δεν θεωρούνταν  άξιες για αυτά τα έργα. Ότι έκανε λοιπόν το έκανε για το καλό της Μήδειας, βασιζόμενος στη λογική και σε έναν υπολογισμό συμφέροντα για όλους[6]. Ο γάμος του παρουσιάζεται σαν μια αναγκαία πράξη, που θα  εξασφαλίσει την πρώην σύζυγο και τα παιδιά της. Ο πόνος του αποχωρισμού θα μπορούσε να μεταβληθεί σε ευτυχία στηριγμένη στα υλικά αγαθά, κάτω από το κατάλληλο πρίσμα. Η Μήδεια είναι καθαρά θύμα της ιδιοσυγκρασίας της. Η επιχειρηματολογία του Ιάσονα δεν μας πείθει για το δίκαιο των πράξεών του, όσο κι αν στοχεύει στο αίσθημα της κοινής λογικής[7].

            Η λογική συγκρότηση του αρσενικού εναλλάσσεται έντεχνα με τη δύναμη του πάθους του θηλυκού. Η Μήδεια δεν ξεγελιέται από τα επιτήδεια λόγια του αριστοτέχνη δημαγωγού. Γι’ αυτήν η πίστη στους προαιώνιους όρκους είναι σημαντικότερη από τα πλούτη και την ασφάλεια. Δεν ανέχεται την απιστία του άνδρα της, κάτι απόλυτα φυσικό για τα δεδομένα της εποχής.  Οι ισχυρισμοί του αντικρούονται με επιτυχία ένας προς έναν.  Οι δικοί της ισχυρισμοί ανασκευάζουν την εναντίον της κατηγορία, υποβιβάζουν εκείνους του Ιάσονα και συνοψίζονται σ’ ένα καταλυτικό απόφθεγμα («Μακριά από μένα τέτοιο συμφέρον…»). Είναι αυτοί που υπερισχύουν στον τελικό επίλογο,  όπου καταβάλλεται και από τους δύο ήρωες η ύστατη προσπάθεια για να αποσπάσουν την εύνοια των θεατών («…δεν παίρνω δώρα από έναν άτιμο»,   «…και είσαι δύστροπη προς αυτούς που σ’ αγαπάν. Τους απομακρύνεις, θα τους χάσεις…»).

Η Μήδεια αντιπροσωπεύει τις νέες ιδέες και ο Ιάσονας την παλιά τάξη πραγμάτων. Μέσα στο έργο του Ευριπίδη η γυναίκα παρουσιάζεται σαν πρόσωπο με αξιώσεις στη ζωή. «Οι άνδρες είναι δίγνωμοι. Η κακιά φήμη της γυναίκας στρέφει σε καλή.[8]». Η επιλογή από τον ποιητή του καιρού – της κατάλληλης δηλαδή στιγμής – για να προβάλει αυτήν την διαμάχη είναι απόλυτα επιτυχημένη. Για την πολιτεία είναι εποχή  αμφισβήτησης των καθιερωμένων προτύπων, δημιουργίας νέων αναγκών, ανάδειξης νέων κοινωνικών ομάδων. 

 

Οι χαρακτήρες

           Η σημαντικότερη ίσως λειτουργία του αγώνα λόγων στο έργο του Ευριπίδη, είναι η ανάδειξη του χαρακτήρα και του ήθους των πρωταγωνιστών[9]. Ο ποιητής  αναδεικνύεται σε γνώστη της ανθρώπινης ψυχής, καθώς ζωγραφίζει, στην κάθε τους λεπτομέρεια, τις εικόνες καθημερινών οικείων προσώπων, όπως αυτά αντιδρούν κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες ψυχολογικής πίεσης. Οι πρωταγωνιστές απέχουν πολύ από τα ιδεώδη πρότυπα των μέχρι τότε ηρώων της τραγωδίας. Είναι πλάσματα ζωντανά,  καθημερινά, με αρετές, ελαττώματα και αδυναμίες.

            Η Μήδεια παρουσιάζεται με το γήινο πρόσωπο της γυναίκας όπως πραγματικά είναι και όχι όπως θα έπρεπε να είναι.  Είναι η σύζυγος σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία, υποταγμένη στη άδικη μοίρα που οι άνδρες ορίζουν γι’ αυτήν. Πάνω από όλα είναι μια βάρβαρη, «θύμα ξενηλασίας»[10], πράγμα που επιβαρύνει ακόμη περισσότερο τη θέση της. Μόνο που δεν υπομένει τη μοίρα της αδιαμαρτύρητα, όπως θα έκανε ίσως κάθε Αθηναία της εποχής. Είναι οργισμένη και ασυγκράτητη, είναι μια προδομένη γυναίκα που ο έρωτάς της έχει μετατραπεί σε μίσος, ικανή για κάθε ακραία πράξη.  Δύσκολα θα της αναγνωρίζαμε κάποια αρετή. Είναι μια τρομακτική φόνισσα. Την είδαμε ήδη να σκοτώνει με τον πιο αποτρόπαιο τρόπο τον αδελφό της, να οργανώνει το φόνο του Πελία χωρίς οίκτο, χωρίς την παραμικρή ενοχή. Σκοπός της είναι και τώρα ακόμη η εκδίκηση(«…γρήγορα θα το δεις πως ο γάμος σου Δεν ήταν γάμος. Θάνατος ήταν»). Η οργή της, αρχέγονη, ασυγκράτητη και θυελλώδης,  παρομοιάζεται με τις τυφλές και παράλογες δυνάμεις της μητέρας φύσης. Η Μήδεια είναι άρρηκτα δεμένη με τον παλαιό κόσμο της πρωτόγονης μαγείας, λειτουργεί παρορμητικά, με βάση το ένστικτό της, χωρίς σύνεση ή δεύτερη σκέψη. Γι’  αυτήν «οι δεσμοί αίματος είναι ισχυρότεροι από τις κοινωνικές σχέσεις»[11] («…δεν έχουμε ανάγκη από τους φίλους σου.»).  Είναι υπερβολική στις εκφράσεις της («…με σκότωσες και πλάγιασες σε αλληνής κρεβάτι.»), αλύγιστη στις αποφάσεις της, χωρίς ισορροπία χαρακτήρα, δυνατή αλλά καταστρεπτική στο θυμό της, απλή αλλά αληθινή. Γι’ αυτήν η επερχόμενη καταστροφή είναι μια αναγκαιότητα.

            Ο Ιάσονας παρουσιάζεται απογυμνωμένος από την αίγλη του μυθολογικού ήρωα. Είναι ορθολογιστής, θετικός, βλέπει την πρακτική αξία των πραγμάτων. Η αγάπη του για τη Μήδεια τον εξυπηρετούσε σε μια δεδομένη στιγμή. Το ίδιο τώρα και για τη νέα αρχοντοπούλα. Ψύχραιμος στις αντιδράσεις του και δεινός ρήτορας χρησιμοποιεί σοφιστείες για να δικαιολογηθεί για τις πράξεις του. Είναι ανόητος, επειδή πιστεύει ότι έχει δίκιο, όπως τον παρουσιάζει ο P.L.Page[12]; Ή δαιμόνιος και σκληρός υπολογιστής, άνθρωπος που πιστεύει ότι «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», διαφθαρμένος και πρόστυχος; Η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση. Ο Ιάσονας είναι απλώς ένας άνδρας της εποχής του, που δρα σύμφωνα με τα υπάρχοντα – αμφισβητούμενα εδώ από τον ποιητή - πρότυπα. Είναι παράλληλα ο εκφραστής μιας δεδομένης πολιτικής και κοινωνικής κατάστασης[13]. Ο Ευριπίδης, διαρρηγνύοντας εσκεμμένα το «status» των καθιερωμένων αξιών,  τον παρουσιάζει ατομιστή και ανάξιο προσοχής. Ο Ιάσονας είναι ψυχρός, ασεβής, κομψός στις εκφράσεις του, αγοραίος στους στόχους του. Θυσιάζει κάθε ηθική αρχή στο βωμό του συμφέροντος. Χαρακτηρίζεται προδότης και επίορκος. Γι’ αυτόν είναι σημαντικότερη η ασφάλεια της κοινωνικής καταξίωσης, παρά η πίστη στις προαιώνιες ηθικές αρχές. Παρά την αξιοσημείωτη λογική του όμως,  κρίνεται αδύναμος τόσο στο να υπερασπιστεί επαρκώς τον εαυτό του όσο και να προβλέψει το μέγεθος της δίνης του πάθους, που προκαλούν οι πράξεις του στην ψυχή της Μήδειας. Γι’ αυτό  και οργίζεται όταν εκείνη δείχνει να μην εκλογικεύεται. Οι άνδρες στον Ευριπίδη φαίνεται να παίζουν πάντα ένα δευτερεύοντα ρόλο. Κινητήρια δύναμη των έργων του είναι οι γυναικείες υπάρξεις, ικανές για κάθε τολμηρή πράξη.

 

Συμπεράσματα

Ο αγώνας λόγων στη Μήδεια μας ξεναγεί στην προσφιλή αυτή ρητορική τεχνική, που χρησιμοποιεί ο Ευριπίδης σε αρκετά από τα έργα του. Η άρτια μορφολογικά και έντεχνη αυτή εναλλαγή στίχων, ανάμεσα στους πρωταγωνιστές – αντιπάλους,  έχει πολλαπλή χρησιμότητα και λειτουργικό χαρακτήρα. Μας εισάγει στα αίτια της διαμάχης,  υπενθυμίζει τα γεγονότα του παρελθόντος, κατευθύνει τη εύνοια των θεατών – και κατ’ επέκταση και τη δική μας - προς μια υποκειμενική, καθαρά ατομική αλήθεια. Παράλληλα, θίγονται έμμεσα τα κακώς κείμενα της πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας της εποχής και μαρτυρούνται οι επιδράσεις της σοφιστικής και των νέων δυνάμεων και ιδεών, που αναπτύσσονται στην Αθήνα τις τελευταίες δεκαετίες του 5ου π.χ. αιώνα.  Περισσότερο απ’ όλα όμως, μας αποκαλύπτει τα μύχια της ανθρώπινης ψυχής, με τις εντάσεις, τα πάθη και τις αδυναμίες της. Οι τραγικοί ήρωες, κατεβασμένοι από το ιδεατό βάθρο της επικής ποίησης στο επίπεδο των απλών ανθρώπων, δηλώνουν με το λόγο τους ότι, πέρα από κάθε λογική και συμβατό προγραμματισμό υπάρχει η δίνη των συναισθημάτων, η «γυμνή ωμότητα του ενστίκτου», η οποία, σε ακραίες περιστάσεις, καθορίζει τη μοίρα των ανθρώπων.

        

Βιβλιογραφία

1.      Ανδριανού Ε. – Ξιφαρά Π., Ο δραματικός λόγος από τον Αισχύλο ως τον Μένανδρο, εκδόσεις Ε.Α.Π., Πάτρα 2001.

2.      Αλεξίου Ε. Αναστασίου Ι., Βερτουδάκης Β., Γιόση Μ.Ι., Λυπουρλής Δ., Στεφανόπουλος Θ.Κ., Τσακμάκης Α., Χριστόπουλος Μ., Γράμματα Ι: Αρχαία Ελληνική και Βυζαντινή Φιλολογία, τόμος Α΄, Αρχαϊκή και Κλασσική Περίοδος,  εκδόσεις Ε.Α.Π., Πάτρα 2001

3.      Γεωργουσόπουλος Κ., Κλειδιά και κώδικες θεάτρου, Ι. Αρχαίο δράμα, Εκδόσεις Εστία, Αθήνα 1981

4.      Διαμαντόπουλος Α., Η πολιτική μαρτυρία του ερωτικού μύθου στην Τραγωδία, Μήδεια-Ιππόλυτος, σειρά δοκιμίων Θέατρο και Πολιτική, Αθήνα 1978

5.      Διαμαντόπουλος Α., Ευριπίδου Μήδεια με τη Μαρία Κάλλας, από τη σειρά Οι καλλιτεχνικοί θησαυροί των Ελλήνων, εκδόσεις Νίκας-Τεγόπουλος Ε.Ε. Αθήνα 1978

6.      Ευριπίδης, Μήδεια, εισαγωγή D.L.Page, μτφρ. Γ. Γιατρομανωλάκης, εκδόσεις Καρδαμίτσα, Αθήνα 1990

7.      Ευριπίδου, Μήδεια, μτφρ. Και εισαγωγή Εύφης Μπαστιά, εκδόσεις Αετός, Αθήνα 1940

8.      Kitto H.D.F.,  Η αρχαία ελληνική τραγωδία, μτφρ. Λ. Ζενάκος, τέταρτη έκδοση, εκδόσεις Δ.Ν. Παπαδήμα, Αθήνα 1989.

9.      Lesky Al.,  Ιστορία της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας,(μτφρ. Α.Γ. Τσοπανάκη), εκδόσεις αδελφών Κυριακίδη, 5η έκδοση,  Θεσσαλονίκη 2001.

10.  Τσακμάκης Α., Σοφιστική Κίνηση,  από τα Συνοδευτικά κείμενα για τη θεματική ενότητα «Γράμματα Ι:  Αρχαία Ελληνική και Βυζαντινή Φιλολογία», εκδόσεις Ε.Α.Π. , Πάτρα 2003.

 



[1] Πρβλ. Ε. Αλεξίου , Η ρητορική στην κλασσική αρχαιότητα, στο Ε. Αλεξίου κ.α., Γράμματα Ι: Αρχαία Ελληνική και Βυζαντινή Φιλολογία, τόμος Α΄, Αρχαϊκή και Κλασσική Περίοδος,  εκδόσεις Ε.Α.Π., Πάτρα 2001,  σελ. 426.   

[2] Η τεχνική θυμίζει  εκείνη του Γοργία, ο οποίος έγινε διάσημος «για τη φροντισμένη αισθητική του λόγου και για την πρόκληση παθών στους ακροατές, όπως οργής, λύπης, φόβου, χαράς …Ο Γοργίας μάγευε τους ακροατές του με το υποβλητικό ύφος και την υπερβολική χρήση εικόνων, μεταφορών και ηχητικών σχημάτων.».  Βλ. Αλεξίου, ό.π. (1), σελ. 415

[3] Όλες οι γυναικείες μορφές του Ευριπίδη «μας δείχνουν της αλήθεια της θέσης τους όπως είναι, και πολλές, εκτός από της γυναίκας τη θέση, μας δείχνουν και του ανθρώπινου όντος ποια είναι η θέση μέσα στον κόσμο, τέτοιον που τον γνώρισε ο Αθηναίος ποιητής της εποχής του Περικλή και του Πελοποννησιακού πολέμου.» Βλ. Αλ. Διαμαντόπουλος,  Ευριπίδου Μήδεια με τη Μαρία Κάλλας, από τη σειρά Οι καλλιτεχνικοί θησαυροί των Ελλήνων, εκδόσεις Νίκας-Τεγόπουλος Ε.Ε. Αθήνα 1978, σελ. 11.

[4] «Η αντίθεση του πιστού βάρβαρου και του ψευδόμενου Έλληνα ήταν ήδη από καιρό κοινοτοπία». Βλ  Ευριπίδης, Μήδεια, εισαγωγή D.L.Page, μτφρ. Γ. Γιατρομανωλάκης, εκδόσεις Καρδαμίτσα, Αθήνα 1990, σελ. 30.

[5] Πρβλ. Ε. Ανδριανού, Π. Ξιφαρά, Η τραγωδία και το σατυρικό δράμα της κλασσικής περιόδου, στο  Ε. Ανδριανού, Π. Ξιφαρά, Ο Δραματικός λόγος από τον Αισχύλο ως τον Μένανδρο, εκδόσεις ΕΑΠ, Πάτρα 2001, σελ.88.

[6] Κατά τον Ισοκράτη «…η ρητορική παιδεία ταυτίζεται με το πνεύμα της Αθήνας και τον χαρακτήρα των πολιτών της. Χαρακτηριστικά υπεροχής των Αθηναίων δεν είναι ούτε οι πολεμικές ενασχολήσεις, ούτε η ευνομία, αλλά η φρόνηση και ο ωραίος λόγος…». Βλ. Αλεξίου, ό.π. (1), σελ. 423.

[7] « Ο Ευριπίδης εκείνο που είναι  «φυσικό» στην ιστορία το παρουσιάζει σαν αφύσικο με αποτέλεσμα να αμφισβητεί τη λογική και να υπονομεύει τη βεβαιότητά της». Βλ.  Κ. Γεωργουσόπουλος, Κλειδιά και κώδικες θεάτρου, Ι. Αρχαίο δράμα, Εκδόσεις Εστία, Αθήνα 1981, σελ. 272.

[8] Βλ. Ευριπίδου, Μήδεια, μτφρ. και εισαγωγή Εύφης Μπαστιά, εκδόσεις Αετός, Αθήνα 1940, σελ. 19

[9] Μια από τις τεχνικές του Λυσία ήταν η σκιαγράφηση της προσωπικότητας των ομιλητών, η περίφημη «ηθοποιία».  Ο ρήτορας προσάρμοζε κατάλληλα το λόγο στην προσωπικότητα του ομιλητή, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να κερδίσει την εύνοια των δικαστών. Ο Ευριπίδης ακολουθεί πιστά αυτό το πρότυπο. Τόσο ο λόγος της Μήδειας, όσο και αυτός του Ιάσονα, είναι προσαρμοσμένοι με τέτοιο τρόπο στην προσωπικότητα τους, ώστε να αναδείξουν συγκεκριμένες πλευρές του χαρακτήρα τους, και να προκαλέσουν την επιθυμητή, για τον ποιητή, αντίδραση των θεατών. Για το Λυσία: πρβλ. Αλεξίου, ό.π. (1) σελ. 425.

[10] Βλ. Αλ. Διαμαντόπουλος, Η πολιτική μαρτυρία του ερωτικού μύθου στην Τραγωδία, Μήδεια-Ιππόλυτος, σειρά δοκιμίων Θέατρο και Πολιτική, Αθήνα 1978, σελ. 58.

[11] Βλ. Αδριανού, ό.π. (5), σελ. 88.

[12] Πρβλ. P.L. Page, ό.π. (4), σελ. 26.

[13] «Αλλά έχει κανείς την εντύπωση ότι στον Ιάσονα αυτού του δράματος βλέπει μια διεφθαρμένη, μια προστυχεμένη, μια εξευτελισμένη μορφή Οδυσσέα …ο Ιάσονας της «Μήδειας» μοιάζει να είναι το χωρίς οίκτο και συμπάθεια ρεαλιστικό πορτραίτο της ίδιας πραγματικότητας: της ίδιας κοψιάς ανδρών που είχαν αλλάξει την πορεία της Αθηναϊκής ιστορίας. Ο Ιάσονας είναι το πιο αλύπητα σκληρό πορτραίτο ενός τέκνου εκείνης της εποχής του λυσσαλέου και απροκάλυπτου ανταγωνισμού  των πολιτικών και οικονομικών δυνάμεων της Ελλάδας». Βλ. Διαμαντόπουλος, ό.π. (10),  σελ. 29.

 

                                                                                                                     Επιστροφή στην αρχή της σελίδας